ἐρικυδής

ἐρι-κῡδής, ές,
A very famous, glorious, of gods and their descendants, Il. 14.327, Od.11.576,631 ; of their gifts,

θεῶν ἐ. δῶρα Il.3.65

, 20.265 ;

ἥβη ἐ. 11.225

, Hes.Th.988 ;

νίκα B.12.190

: generally, ἐ. δαίς a splendid banquet, Il.24.802, Od.3.66, al.; of places and men, ἄστυ Orac. ap. Hdt.7.220 ;

θεῶν ἐ. οἶκοι Theoc.17.108

;

φῶτες Orph.L.302

: [comp] Sup.

-έστατος, Ἰάμβλιχος Eun.VS p.461

B.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερικυδής — ἐρικυδής, ες (Α) 1. αυτός που έχει μεγάλη δόξα, ο πολύ ένδοξος (ιδιαίτερα για θεούς και τους απογόνους τους) 2. λαμπρός, πλούσιος (α. «δαὶς ἐρικυδής» λαμπρό συμπόσιο, Ομ. Ιλ. β. «ἐρικυδέα δῶρα» πλούσια δώρα, Ομ. Ιλ.) 3. ο ακμαίος, ο γεμάτος ζωή… …   Dictionary of Greek

  • ἐρικυδής — ἐρικῡδής , ἐρικυδής very famous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικυδῆ — ἐρικῡδῆ , ἐρικυδής very famous neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐρικῡδῆ , ἐρικυδής very famous masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐρικῡδῆ , ἐρικυδής very famous masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικυδέα — ἐρικῡδέα , ἐρικυδής very famous neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἐρικῡδέα , ἐρικυδής very famous masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικυδές — ἐρικῡδές , ἐρικυδής very famous masc/fem voc sg ἐρικῡδές , ἐρικυδής very famous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικυδέστατον — ἐρικῡδέστατον , ἐρικυδής very famous masc acc superl sg ἐρικῡδέστατον , ἐρικυδής very famous neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερι- — (I) ἐρι (Α) αχώριστο μόριο (όπως το αρι ) που επιτείνει την έννοια τών λέξεων στις οποίες προστίθεται ως α’ συνθετικό (π.χ. α. εριαυγής πάρα πολύ λαμπρός, φωτεινότατος β. ερίτιμος πολύτιμος, εντιμότατος γ. εριβρεμέτης* αυτός που βροντάει ισχυρά,… …   Dictionary of Greek

  • κύδος — (I) κύδος, ὁ (Α) ονειδισμός, βρισιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για υποχωρητ. σχηματισμό από το κυδάζομαι]. (II) κῡδος, τὸ (Α) 1. δόξα, φήμη, ιδίως αυτή που αποκτά κάποιος στον πόλεμο («ὡς γὰρ θεὸς ναῶν ἔδωκε κῡδος Ἕλλησιν μάχης», Αισχύλ.) 2. ως… …   Dictionary of Greek

  • ἐρικυδέας — ἐρικῡδέας , ἐρικυδής very famous masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικυδέες — ἐρικῡδέες , ἐρικυδής very famous masc/fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρικυδέι — ἐρικῡδέϊ , ἐρικυδής very famous dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.